Ζωνιαίες Μυϊκές Δυστροφίες (Limb-Girdle Muscular Dystrophies-LGMD)

Συμπεριλαμβάνουν δυστροφίες που παρουσιάζουν συμπτώματα κατά την παιδική ή ενήλικη ζωή και δε σχετίζονται με μεταλλάξεις του Χ χρωμοσώματος, όπως είναι η Duchenne ή η Becker Μυϊκή Δυστροφία. Διακρίνονται σε πολλές επιμέρους ανάλογα με τη θέση που παρουσιάζεται η μετάλλαξη και την πρωτεΐνη που βλάπτεται και μπορούν να κληροδοτηθούν αυτοσωμικά είτε με υπολειπόμενο είτε με επικρατή τρόπο. Παρουσιάζονται γενικά σε 1: 14.500 έως 123.000 γεννήσεις παγκοσμίως, αλλά οι σαρκογλυκανοπάθειες σε 1:178.000 γεννήσεις.

Οι κλινικές εκδηλώσεις αφορούν κυρίως σε μυϊκή αδυναμία, είτε στους μύες κοντά στον κορμό είτε σε απομακρυσμένους μύες κατά δεύτερο λόγο, καθώς και σε μύες της κοιλιάς ή του αυχένα σπανιότερα. Επιπλέον, στις πιο σπάνιες περιπτώσεις, παρουσιάζονται ορθοπεδικές επιπλοκές όπως είναι η σκολίωση, αναπνευστικά προβλήματα και καρδιακά προβλήματα, όπως η καρδιομυοπάθεια. Οι μύες μπορεί να είναι είτε υπερτροφικοί είτε ατροφικοί, ανάλογα το είδος της μετάλλαξης. Τέλος, έχουν καταγραφεί περιστατικά με άκαμπτη σπονδυλική στήλη και προβλήματα ομιλίας.

Ζωνιαίες αυτοσωμικά υπολειπόμενες μυϊκές δυστροφίες

Εδώ ανήκουν οι τέσσερις υποκατηγορίες σαρκογλυκανοπαθειών (α ή LGMD2D ή πλέον μετονομασμένη σε LGMD R3 Alpha-sarcoglycan-related, β ή LGMD2E ή πλέον LGMD R4 Beta-sarcoglycan-related, γ ή LGMD2C ή LGMD R5 Gamma-sarcoglycan-related και δ ή LGMD2F ή LGMD R6 Delta-sarcoglycan-related), η καλπαϊνοπάθεια (LGMD2A – πλέον LGMD R1 Calpain3-related), η δυσφερλινοπάθεια (LGMD2B – πλέον LGMD R2 Dysferlin-related)) και άλλες πολύ σπάνιες δυστρογλυκανοπάθειες. Η δυσφερλινοπάθεια διακρίνεται δε σε επιπλέον τρεις υποκατηγορίες: μυοπάθεια Miyoshi, DMAT και δυσφερλινοπάθεια με άκαμπτη σπονδυλική στήλη.

Στις πρώτες οι μεταλλάξεις αφορούν στις σαρκογλυκάνες, που στηρίζουν φυσιολογικά τον κυτταροσκελετό των μυϊκών κυττάρων και τη σύνδεση της δυστροφίες με τις σαρκογλυκάνες, ενώ η καλπαΐνη και η δυσφερλίνη είναι πρωτεΐνες που φυσιολογικά βοηθούν στη διόρθωση και αναδόμηση των μυϊκών κυττάρων, όταν αυτό είναι απαραίτητο.

Επιπλέον, υπάρχουν ακόμα κατηγορίες LGMD R7 – 21, συσχετιζόμενες η καθεμία με την αντίστοιχη πρωτεΐνη σε έλλειψη. Συγκαταλέγονται επιπλέον σε αυτήν την κατηγορία και η υπολειπόμενη μυοπάθεια Bethlem που μετονομάστηκε σε LGMD R22 Collagen 6-related. 

Ζωνιαίες αυτοσωμικά επικρατείς μυϊκές δυστροφίες

Είναι πολύ σπάνιες και χαρακτηρίζονται από τα αρχικά LGMD1D (που έχει μετονομαστεί πλέον σε LGMD D1 DNAJB6-related), LGMD 1F (μετονομασμένη σε LGMD D2 TNP03-related), LGMD 1G (πλέον LGMD D3 HNRNPDL-related), και LGMD 1I (πλέον LGMD D4 Calpain3-related). Αφορούν κυρίως σε ενήλικες, χωρίς να αποκλείεται η έναρξη των συμπτωμάτων κατά την παιδική ηλικία. Γενικά εδώ τα συμπτώματα αφορούν σε σταδιακά γενικευμένη μυϊκή αδυναμία, αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα, προβλήματα ομιλίας, αλλά και πάλι εξαρτώνται από το είδος της μετάλλαξης.

Συγκαταλέγονται επιπλέον σε αυτήν την κατηγορία η επικρατής μυοπάθεια Bethlem, μετονομασμένη σε LGMD D5 Collagen 6-related. 

Στις Ζωνιαίες Μυϊκές Δυστροφίες πλέον συγκαταλέγονται και η Mυϊκή Δυστροφία που σχετίζεται με τη Λαμινίνη α2 (LGMD R23 Laminin a2-related) και η Μυϊκή Δυστροφία που σχετίζεται με τη POMGNT2 (LGMD R24 POMNGT2-related). 

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει θεραπεία και η διαχείριση των συμπτωμάτων πρέπει να είναι ανάλογη με τον κάθε τύπο LGMD. Γενικές οδηγίες που μπορούν να αυξήσουν το προσδόκιμο ζωής και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής είναι:

  • Έλεγχος του σωματικού βάρους και αποφυγή παχυσαρκίας.
  • Φυσικοθεραπεία και ασκήσεις διατάσεων για προώθηση κίνησης και αποφυγή μυϊκών συγκάμψεων.
  • Χρήση βοηθητικών μέσων π.χ. αμαξιδίων, ορθωτικών συσκευών για διευκόλυνση κίνησης.
  • Χειρουργικές επεμβάσεις  για τη διόρθωση των ορθοπεδικών επιπλοκών π.χ. σκολίωσης.
  • Χρήση αναπνευστήρων σε περίπτωση αναπνευστικών προβλημάτων και τακτική παρακολούθηση από πνευμονολόγο.
  • Καρδιολογική παρακολούθηση ειδικά σε περιπτώσεις καρδιομυοπάθειας.
  • Κοινωνικά και συναισθηματική υποστήριξη για κοινωνική ένταξη.

Για περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με την αναπνευστική και την καρδιολογική παρακολούθηση, τη φυσικοθεραπευτική προσέγγιση, τη γενετική συμβουλευτική και την φαρμακευτική αγωγή, επισκεφθείτε τα Πρότυπα Φροντίδας.

Πληροφορίες σχετικά με κλινικές δοκιμές που πραγματοποιούνται παγκοσμίως: https://www.centerwatch.com/clinical-trials/listings/condition/350/muscu…και https://clinicaltrials.gov/ct2/home

 

 

Βιβλιογραφία

  • E. Pegoraro, Limb-Girdle Muscular Dystrophy Overview, U.S. National Library of Medicine, GeneReviews, 2012, https://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK140
  • I. Kramerora, J.S. Beckmann, M.J Spencer, Molecular and cellular basis of calpainopathy (Limb-Girdle muscular dystrophy type 2A), Biochim. Biophys. Acta, 2007, 1772, pp. 128-144.
  • K. Bushby, Diagnosis and management of the Limb-Girdle muscular dystrophies, Pract. Neurol., 2009, 9, pp. 314-323.
  • L.Broglio  et al, Limb-Girdle muscular dystrophy-associated protein diseases, The Neurologist, 2010, 16, 6, pp. 340-342.
  • Muscular Dystrophy Association, About Neuromuscular Diseases, June 08, 2017, https://www.mda.org/disease/
  • N. Daniele, I. Richard, M.Bartoli, Ins and outs of therapy in Limb-Girdle muscular dystrophies, Int. J. Biochem. Cell B., 2007, 39, pp. 1608-1624.
  • NORD (National Organization for Rare Disorders), Rare diseases, https://rarediseases.org/rare-diseases/
  • V. Straub, K. Bushby, The childhood Limb-Girdle muscular dystrophies, Semin. Periatr., Neurol., 2006, 13, pp. 104-114.
  • X.Q. Rosales, C.Y.Tsao, Childhood onset of Limb-Girdle muscular dystrophy, Pediatr. Neurol., 2012, 46, pp. 13-23

Comments are closed.